ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Εκδόσεις Κ. Αδάμ 2007
Γλύπτης ακάματος και ερευνητικός
Ζωγράφος και γλύπτης, δοκιμασμένος στην πράξη κι όχι στα χαρτιά, αιώνια έφηβος στη σκέψη και τη δημιουργία του, μαχητικός πάντα, ενδιαφερόταν η δουλειά του να είναι σε αρμονία με τη φύση. Ειδικότερα, στα έργα της ώριμης περιόδου του ενσωματώνει στοιχεία της ίδιας της φύσης, και με πολλή εφευρετικότητα τους δίνει κίνηση και πνοή για να εκπέμψουν τελικά στον θεατή εκφραστικότητα, ποίηση, λυρισμό, μια αίσθηση ενατένισης. Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος (1902/3-2004) θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς Νεοέλληνες γλύπτες, από τους πρώτους Έλληνες εικαστικούς που πέρασαν στην αφαίρεση, ενώ κατόρθωσε στη συνέχεια να ανακυκλώσει στο έργο του ποικίλες καλλιτεχνικές περιόδους και προβληματισμούς ενός ολόκληρου σχεδόν αιώνα. Μαχητικός, εφευρητικός, πρωτότυπος, πολυπράγμων και ακάματος, αναμφίβολα σε όλες τις περιόδους της καλλιτεχνικής του πορείας, κατόρθωσε να δημιουργήσει έργο ξεχωριστό, το οποίο συνδυάζει το παιχνίδι ενός παιδιού και την εγκεφαλικότητα ενός ώριμου άνδρα.
Η καλλιτεχνική δημιουργία του, με διεθνή αναγνώριση, καλύπτει εννέα δεκαετίες, ενώ τη διακρίνει αδιάκοπη διάθεση ανανέωσης. Γλύπτης ανήσυχος και ερευνητικός, αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα πόσο απαραίτητη προϋπόθεση ήταν για τα έργα του η αρχιτεκτονική δομή. Δεν περιφρόνησε καμία περιοχή της θεματογραφίας: δούλεψε προτομές, ηρώα, ταφικά μνημεία, ελεύθερες συνθέσεις, αναπτύσσοντας και τις κατηγορίες του ανάγλυφου, του ολόγλυφου και του περίοπτου έργου. Φιλοτέχνησε επίσης αρχιτεκτονικά και άλλα σχέδια, καθώς και ζωγραφικούς πίνακες, που, σε συνδυασμό με τη γλυπτική του, η οποία κινείται από την αφαίρεση έως και την οπτικοκινητική τέχνη, ολοκληρώνουν την πορεία του στη νεοελληνική και τη σύγχρονη ελληνική δημιουργία.
Καλλιτέχνης με πλούσια δραστηριότητα, χωρίς να περιορίζεται από κατακτημένες λύσεις, δεν δίστασε να αρνηθεί ό,τι είχε εφαρμόσει και εξαντλήσει, για να προχωρήσει σε αδοκίμαστες, τολμηρές επιλογές. Στα έργα του, από μια εποχή και μετά, αξιοποίησε το «συναρπαστικό», όπως το αποκαλούσε, υδάτινο στοιχείο, σε συνδυασμό με το μέταλλο και το πλεξιγκλάς. Πάντα η φαντασία του αποδείχτηκε ανεξάντλητη, η ικανότητά του να χειρίζεται με άνεση τα υλικά του αδιαμφισβήτητη, το πάθος του για έκφραση ασίγαστο, ο ενθουσιασμός του φλογερός, η θέλησή του για ζωή ακατάβλητη. Μέχρι το τέλος, επιζητούσε τον γόνιμο μορφολογικό διάλογο και προβληματισμό.
Την καθοριστική για την ελληνική τέχνη της μεταπολεμικής περιόδου δεκαετία του 1950, ο Ζογγολόπουλος έχει ήδη κάνει αποφασιστικά βήματα (την ίδια εποχή με τους γλύπτες Κλέαρχο Λουκόπουλο, Αχιλλέα Απέργη και Κώστα Κουλεντιανό, ο οποίος ομολογούσε πολύ αργότερα την επίδραση του Ζογγολόπουλου σε δικά του έργα) προς αφαιρετικές περιοχές – προηγήθηκαν οπωσδήποτε ο Χρήστος Καπράλος και ο Λάζαρος Λαμέρας-, υπέστη στην Ελλάδα τη δριμεία κριτική των παραστατικών καλλιτεχνών και την προκατειλημμένη αντίδραση ενός κοινού μη εξοικειωμένου με τις αφαιρετικές τάσεις στη γλυπτική. Τον υποστήριξαν κάποιες μεμονωμένες φωνές της τεχνοκριτικής.
Η διαδρομή του Γιώργου Ζογγολόπουλου –για την οποία λείπει μέχρι σήμερα μια διδακτορική διατριβή- μπορεί και πρέπει να μελετηθεί στο βιβλίο αυτό πρωτίστως χρονολογικά: τα χρόνια των σπουδών και της μαθητείας, η εργασία του σε παραγγελίες για προτομές, ηρώα και ταφικά μνημεία, οι καινοτομίες του με τα υδροκινητικά και τα φωτοκινητικά γλυπτά, η συμμετοχή του σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, η πρόσληψη του έργου του. Με τις προϋποθέσεις αυτές ως αναγκαίες και ικανές συνθήκες, θα αναδειχθούν οι θεματολογικοί και τεχνοτροπικοί άξονες της καλλιτεχνικής δημιουργίας του.

Η καλλιτεχνική δημιουργία – γλυπτική, ζωγραφική, σχέδια και αρχιτεκτονική- του Γιώργου Ζογγολόπουλου εκτείνεται σε ασυνήθιστο άνυσμα χρόνων. Ο μελετητής του περιέρχεται έτσι σε δεινή θέση, αφού πρέπει να προσεγγίσει και να αφομοιώσει προσπάθειες με πολλαπλότητα τύπων και ποικιλία μορφών. Είναι ο Ζογγολόπουλος ο παραστατικός γλύπτης της προπολεμικής περιόδου ή ο αφαιρετικός δημιουργός των μεταπολεμικών χρόνων; Η απάντηση στο ερώτημα εγκλείεται μέσα στα ίδια τα έργα. Ο καλλιτέχνης μας συνιστά τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση, μετά τον Γιαννούλη Χαλεπά, μιας απροσδόκητα μεταμορφωτικής πορείας από την παραστατικότητα προς την αφαίρεση.