ΈΦΗ ΑΝΔΡΕΑΔΗ

Έφη Ανδρεάδη - Κριτικός Τέχνης, Αθήνα, 1993, "ZONGOLOPOULOS, XLV Biennale Βενετίας 1993"
Στο γλύπτη Γιώργο Ζογγολόπουλο του δόθηκε να τραγουδήσει δυνατά και προπαντός καθαρά και για μια ολόκληρη μακριά ζωή, αφιερωμένη στην τέχνη του. Έτσι πράγματι μπόρεσε να ξυπνήσει όσους βέβαια είχαν τη χάρη να ακούν.
Όπως ήταν φυσικό, επηρεάστηκε στα πρώτα δημιουργικά του χρόνια, στη δεκαετία του ’40, από τα ρεύματα που σημάδευαν την τέχνη της δυτικής Ευρώπης, μια και έδρασε από την πρώτη στιγμή σαν ένας καλλιτέχνης πέρα από τα στενά σύνορα της πατρίδας του και ειδικά από τον αφαιρετικό υπερρεαλισμό και τα κατάλοιπα του νεοπλαστικισμού.
Ο Ζογγολόπουλος δεν είχε ποτέ του τον «φετιχισμό» του νεωτερισμού, για να μπορέσει όμως να ικανοποιήσει τις ανησυχίες του, να δοκιμάσει νέους τρόπους και να δημιουργήσει τελικά το δικό του ιδίωμα, έπρεπε ως Έλληνας να υπερβεί και να υπερνικήσει συμβάσεις και αρχές αιώνων, που συνέδεαν τη γλυπτική και τη δικαίωσή της μέσα στο χώρο, με το σκάλισμα ή το πλάσιμο του φυσικού υλικού. Πολύ γρήγορα πέρασε από τη «γλυπτική» των υλικών στην «κατασκευή», ερευνώντας και δοκιμάζοντας νέα υλικά που θα απέδιδαν πιο πειστικά την τεχνολογική εποχή μας.
Από τα πρώτα χάλκινα ή σιδερένια έργα του, όπου εκδηλώνεται όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του για τη «δομή», οι μορφές του συνοψίζονται σε έργα κάθετα, που υψώνονται σχεδόν χωρίς βάρος και που, ενώ προϋποθέτουν τη βαθιά γνώση του δομικού σκελετού, κατορθώνουν να διατηρήσουν ένα χαρακτήρα ανάλαφρου αυτοσχεδιασμού.
Η δράση του έργου του μέσα στο χώρο εξερευνά όλο και περισσότερο το ρόλο του κενού, όπως και την υπόσταση μιας διαφάνειας που απελευθερώνει τη «γραφή» του από τα αμετακίνητα στηρίγματα της «κονστρουκτιβικστικής» πρακτικής.
Στο έργο του εισβάλλουν τα «κινητικά» στοιχεία που θα δημιουργήσουν μια άλλη σχέση με το χρόνο. Ενώ ο χώρος, ελαστικός, σχεδόν ρευστός, έρχεται να παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη δομή του έργου. Αυτή η χωρίς ύλη παρουσία υποδηλώνεται στην αρχή με τους «φακούς» που συλλαμβάνουν, μεγεθύνουν και διαθλούν τη φωτεινή ρευστότητα της μορφής, και τέλος, με το νερό που, όπως λέει κι ο ίδιος, είναι το «αίμα του γλυπτού» που το κάνει να αναπνέει, να κινείται και να θροΐζει.
Τα έργα του της τελευταίας δεκαετίας επικεντρώνονται και εκμεταλλεύονται τη διαφάνεια, το βάρος, τις ροές του νερού μέσα από περίπλοκες ή πολύ απλές λειτουργίες, αγωγούς, σωλήνες, αλυσίδες κ.λ.π.
Το φως, με τις ανακλάσεις σε μεταλλικές ή υγρές επιφάνειες, δίνει την ένταση σ’ αυτές τις κατασκευές. Ο ρυθμός τους –όπως και σ’ όλο το έργο του Ζογγολόπουλου- δεν είναι ποτέ σπασμωδικός. Εξυπηρετεί και μ’ αυτά τα έργα του αυτό που ονόμαζε ο Πέβσνερ «μυθολογία του μεταβλητού χώρου» με τρόπο άμεσο, άνετο, αλαφροπάτητο και με χιούμορ.

Αλλού ξεκινάει με την ιδέα του «perpetuum mobile» κι αλλού, ειδικά στις «βροχές» του, αποτυπώνει σε μέταλλο μια «γραφίστικη» πολλές φορές ανάπτυξη, που περιλαμβάνει αριστοτεχνικά και ορίζει ποιητικά το άπιαστο, άυλο και αιώνια παρόν κενό.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Σ’ αυτούς τους «φακούς» ο Ζογγολόπουλος βάζει στην υπηρεσία της γλυπτικής την άλλη όψη της κίνησης, δηλαδή την «οπτική» με εφέ την μεγέθυνση, το φως του, την απάτη των αποστάσεων και των κλιμάκων. Στο τελευταίο μάλιστα έργο της σειράς όπου ο φακός συνδυάζεται με το σχέδιο («Αποτύπωμα») το έργο αποκτά ένα ενδιαφέρον υπερρεαλιστικό κλίμα.
Μ’ αυτήν τη σημαντική σειρά βλέπουμε τον κύκλο να μπαίνει στο έργο του Ζογγολόπουλου και να γίνεται το πλαίσιο για νέες δομές, που ο Ζογγολόπουλος τις θέλει να διαπερνώνται από τον γύρω χώρο (όπως τον μεγάλο κύκλο με τα ελατήρια) ή να περιστρέφονται γύρω από ιδεατούς άξονες. Η κίνηση που τώρα εξερευνά ο γλύπτης είναι σε σχέση με το νερό, τη ροή και το βάρος του, που όπως είναι γνωστό είναι ένα από τα στοιχεία που πάντα γοήτεψαν τους κινητικούς.