ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ, Η ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

ARTI 15 1993
Tα σύγχρονα έργα τέχνης όταν πρόκειται για εγκαταστάσεις και κατασκευές συνηθίσαμε να τα βλέπουμε ως τοπία μέσα ή έξω από την αρχιτεκτονική, που η εγκατάστασή τους ανάμεσά της δημιουργεί ένα δεύτερο ορίζοντα ενός κόσμου μετατοπισμένου, ο οποίος εναποτίθεται πάνω στον δικό μας οικείο χώρο της αρχιτεκτονικής με πλήρη και αδιαμφισβήτητη αυτονομία.
O νέος αυτός ορίζοντας της εγκεφαλικής τέρψης και συγκίνησης μετατόπισε το ενδιαφέρον από την απλή αναζήτηση της μορφής προς όφελος μιας νοητικής «εγκατάστασης» στην αντίληψη του θεατή. Τα νοητικά τοπία αρκούνται στην αφαίρεση ως οντολογική λειτουργία και οι σχέσεις τους με τον αρχιτεκτονικό χώρο διέπονται από άλλες αρχές που καθιστούν τον διάλογο σχεδόν αδύνατο, εκεί όπου η «καλλιτεχνημένη» αρχιτεκτονική γίνεται ηγεμονική απαιτώντας για τον εαυτό της τον ορίζοντα των μορφολογικών αναζητήσεων.
Οι σχέσεις του αρχιτεκτονικού χώρου και του χώρου που ορίζει το σύγχρονο έργο τέχνης σήμερα έχουν αλλάξει, δεν εξαρτώνται πλέον από συμβάντα που κατά κάποιο τρόπο καθόριζαν στο παρελθόν το πλαίσιο του διαλόγου ανάμεσα στις δύο τέχνες. Οι αλλεπάλληλες ρήξεις έφεραν στην επιφάνεια αξίες πιο επείγουσες για τον σημερινό κόσμο που έκαναν όρους, όπως: μέτρο, ρυθμός, αρμονία, αναλογίες των μερών, χρυσή τομή, να ηχούν ξεπερασμένοι, ή δευτερεύοντες. Βέβαια, οι παραπάνω αξίες, έχοντας μια οντολογική και βιολογική υπόσταση φαίνεται αδύνατον να ξεπεραστούν οριστικά, απλά γίνεται μια προσπάθεια κυρίως από τους καλλιτέχνες που δουλεύουν με εγκαταστάσεις ή κατασκευές να οριστούν διαφορετικά μέσα στο νέο πλαίσιο όπου παράγεται το σύγχρονο έργο τέχνης. Η αποδοχή πλέον στην εποχή μας του νέου ορίζοντα που υπερίσχυσε μετά την απόσπαση και αυτονόμηση, κάνοντας τις ρήξεις πιο κεντρικές (σήμερα πια δεν αναφερόμαστε σε πρωτοπορίες) μπορεί πια ν’ ασχοληθεί με τη σύνταξη νέων αρχών αρμονίας, μέτρου, ρυθμού κ.λ.π. που τις αντιλαμβανόμαστε σαν νοητικές κατηγορίες σε μία νέα τάξη ανάγνωσης των έργων που απαιτούσαν οι λειτουργίες της αφαίρεσης. Από δω και στο εξής δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να συμφιλιωθούμε με τον παλαιό όρο: ΓΛΥΠΤΙΚΗ.
Βέβαια, μέσα στην απεριόριστη ελευθερία υπάρχουν και έργα κυρίως νέων, όπου η έμφαση στη νοητική κίνηση πολλές φορές καταρρακώνει τη μορφή καθιερώνοντάς τα μόνον ως εκροή ρευστότητας. Το παιχνίδι με τις γυάλινες χάντρες παρέχει άπειρες δυνατότητες αλλεπάλληλων προσδιορισμών. Πάντως, αυτό που καθησυχάζει είναι ότι η προσέγγισή μας στον παλαιό όρο της Γλυπτικής που εν μέρει απορρέει από τον σύγχρονο διάλογο τέχνης και αρχιτεκτονικής, παρέχει τις δυνατότητες αποδοχής της συνέχειας στην παράδοση. Αυτό λοιπόν που μας κάνει σήμερα να ξαναμιλάμε για γλυπτική των σύγχρονων καλλιτεχνών ίσως να είναι η ανάγκη της ανασύνταξης ορισμένων παραδοσιακών αρχών μέσα στη σύλληψη του έργου τέχνης.
Ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος μπαίνει στην παρούσα σκηνή του σύγχρονου, ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση. Οι εννοιολογικές κατηγορίες αποδεικνύονται για το έργο του περιττές, εμφανίζεται πάνω σε μία σχεδία περισώζοντας τα σπαράγματα της γλυπτικής μορφής που τα περισυλλέγει διασχίζοντας τον αιώνα αναζητώντας την. Γεννημένος στην αρχή του αιώνα των μεγάλων ρήξεων με την παράδοση, φέρνει μέσα του την κυτταρική μνήμη όλων εκείνων που απορρίφθηκαν. Το μέτρο, η αρμονία, ο ρυθμός είναι έμφυτα όπως είναι έμφυτη η ευγένεια και το ήθος όταν κάνει γλυπτική. Οι ρήξεις, όταν γίνονται στο έργο του δεν φωνασκούν, ενώ η έννοια της γλυπτικής είναι μία μεγάλη κυρία που ο ευγενής και ήπιος χαρακτήρας του γλύπτη θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να απορρίψει. Επιπλέον, σε σχέση με τους σύγχρονους του ο Ζογγολόπουλος έχει έναν άσσο στο μανίκι την αρχιτεκτονική.
Στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας στην απαίδευτη πατρίδα του όπου η ενασχόληση με την τέχνη ισοδυναμούσε με αυτοκτονία, αυτός επιζούσε κάνοντας αρχιτεκτονική. Ζώντας ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα προσαρμόζει τον οικολογικό χαρακτήρα του έργου του στις απαιτήσεις της εποχής έτσι που το έργο του να παραμείνει πάντοτε σύγχρονο. Η πατρίδα του δεν τον κατάλαβε και δεν τον τίμησε, απεναντίας τον ταλαιπώρησε και τον εκδικήθηκε. Του έδωσε Α’ βραβεία σε διαγωνισμούς για δημόσια έργα που δεν κατασκευάστηκαν ποτέ, ενώ τερατουργήματα ξεφύτρωναν στη θέση τους, (π.χ. πλατεία Κλαυθμώνος) ίσως γιατί δεν σύχναζε στους διαδρόμους των υπουργείων, ούτε στους προθαλάμους των δήμων. Η Εθνική Πινακοθήκη ασχολείται με αναδρομικές μετρίων καλλιτεχνών ενώ αυτόν τον αγνοεί επιδεικτικά.
Η γνώμη μου είναι πως τη μεγάλη κατασκευή μπροστά από το περίπτερο της Ελλάδας στη φετινή Biennale της Βενετίας θα’ πρεπε να αγοράσει το κράτος από τον γλύπτη και να τον αφήσουν ελεύθερο να επιλέξει το σημείο της Αθήνας όπου θα τη στήσει για πάντα.
Ο Ζογγολόπουλος οδηγώντας σταθερά τη σχεδία του παρακολουθούσε αδιαλείπτως τα τεκταινόμενα όχι μόνο της τέχνης του αλλά παράλληλα και της αρχιτεκτονικής, όπως ασκούσε και την κριτική του στις δομές των θεσμών. Το 1991 όταν συμμετείχα με άλλους στη Biennale Αρχιτεκτονικής στον ίδιο χώρο όπου αυτός εκθέτει σήμερα, εκπροσωπώντας μόνος του την Ελλάδα, ήταν ο μόνος Έλληνας καλλιτέχνης που παραβρέθηκε με έμπρακτο ενδιαφέρον για την πρόταση μας περί δημιουργίας ενός νέου Ελληνικού Περιπτέρου και κατεδάφισης της ψευτοβυζαντινής ύβρεως του υπάρχοντος που κανέναν διάλογο δεν μπορεί να έχει με τη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Έστω κι αν ο ίδιος ο αναχρονιστικός θεσμός της Biennale με την εκπροσώπηση εθνικών αντιπροσωπειών έχει εκπέσει. Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο δεν έχουμε ακόμη δει τη Biennale αλλά φωτογραφίες και τον τρόπο παρουσίασης περίπου στον χώρο μέσα και έξω αυτού που τόσο επιτυχώς έχει αποκαλέσει «Βυζαντινό ουρητήριο» - ένα περίπτερο ως γνωστόν δεν έχει πόρτα.