Το ΒΗΜΑ, Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ, 16.03.1997

Ο κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Και λίγο φως
Ελεγα τις προάλλες πως μας έλειψε ο ωφέλιμος, ώριμος και όψιμος, λόγος, ως αντίβαρο παράφορης νεολατρείας, που συχνά γελοιοποιεί ακμαίους και γέρους. Προς Θεού, δεν τα βάζω με τους νέους. Μια ζωή εξάλλου ολόκληρη, με φοιτητές και φοιτήτριες είχα να κάνω ­ μ' αυτή την παράξενη και γοητευτική ηλικία, κρεμασμένη κιόλας από την κλωστή της μόλις περασμένης εφηβείας. Και τώρα που ο κύκλος της διδασκαλίας έκλεισε, όπως έκλεισε, περπατώντας στους δρόμους, προσηλώνομαι στα νέα παιδιά ­ και τα φαντάζομαι. Τι θα πει αυτό, δύσκολο να εξηγηθεί· πάντως δεν έχει σχέση με την κωφάλαλη ματιά του νεοκαβαφιστή Σμαραγδή, που με θύμωσε. Αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.
Δεν πρόλαβα, λοιπόν, να παραπονεθώ για την απουσία στις μέρες μας ενός παρήγορου γερούσιου λόγου, και προχτές «Το Βήμα» με διέψευσε. Μιλώ για δύο συνεντεύξεις: απλόχωρη η πρώτη και χαρισμένη από τον Γιώργο Ζογγολόπουλο· λιγόλογη, σχεδόν κλεμμένη η δεύτερη από τον Γιάννη Μόραλη. Σπουδαία κείμενα, που αν αφαιρεθούν οι ερωτήσεις τους, θα μπορούσαν να ακουστούν στη Βουλή των Ελλήνων προ ημερησίας διατάξεως, και να μεταδοθούν στα βραδινά δελτία ειδήσεων.
Για να μην παρεξηγηθώ: οι εφήμερες και περιοδικές συνεντεύξεις δεν είναι του γούστου μου ­ μήτε εξάλλου του Ζογγολόπουλου και του Μόραλη, όπως ξεκάθαρα προκύπτει και από τις κυριακάτικες ομολογίες τους. Αν πρέπει όμως καλά και σώνει να υπάρχουν συνεντεύξεις και να κυκλοφορούν προς δόξα της δημοσιογραφίας, θα έπρεπε ίσως να αλλάξει ο τύπος τους: να γίνουν αυτοσυνεντεύξεις ­ μέθοδος που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στους επικηδείους, τώρα που τα μέσα υπάρχουν!
Ξαναγυρίζω στις εικόνες και στα λόγια του Γιώργου Ζογγολόπουλου και του Γιάννη Μόραλη. Για τον πρώτο, τούτο το προκαταρκτικό σχόλιο: χαλάλι η Πολιτιστική Πρωτεύουσα Θεσσαλονίκης, μ' όλα τα απίθανα και πιθανά ζαβά της, φτάνει που έδωσε την αφορμή να στηθούν στην παραλία της πόλης οι ανάλαφρες ομπρέλες του Ζογγολόπουλου ­ έργο ειρωνικό ενός νεαρού αιωνόβιου, που παίζει με το γκρίζο χρώμα της θερμαϊκής θάλασσας και του μακεδονικού ουρανού. Οσο για τον Γιάννη Μόραλη, αληθινά λυπάμαι που τα τελευταία χρόνια άλλαξα γειτονιά, και δεν βλέπω πια την ευγενικότατη φιγούρα του να ψωνίζει πρωινά τσιγάρα. Και οι δυο τους πάντως φαίνεται να κολυμπούν μέσα στον χρόνο· να μην τους φοβίζει και να μην τον φοβούνται. Ξαναγυρνώ στις συνεντεύξεις και αντιγράφω, προς απόδειξη του ενθουσιασμού μου, σκόρπιες φράσεις από τον ένα και τον άλλον, πλέκοντας αυθαίρετα ένα δίδυμο δίχτυ.

Ζ.: Για την τέχνη μιλώ. Η τέχνη δεν χρειάζεται διαφήμιση.

Μ.: Θα έπρεπε να αφήνω τη δουλειά μου και να δίνω συνεντεύξεις ή να βρίσκομαι συνέχεια στις τηλεοράσεις, για να μην είμαι σνομπ;

Ζ.: Η τέχνη δεν έχει να κάνει με το σωστό και το λάθος [...]. Δεν ξέρω αν είναι η τέχνη παράθυρο. Αν είναι παράθυρο, ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει τη δύναμη να το ανοίξει αλλά και να το κλείσει [...]. Ενώ η ψυχή δροσίζεται ανοίγοντας το παράθυρο σε εποχές καύσωνος, παγώνει, αν το αφήσεις ανοιχτό και το καταχείμωνο [...]. Η μεταμόρφωση είναι ο θεός του καλλιτέχνη.

Μ.: Τρελάθηκες; Κανείς δεν μπαίνει στο εργαστήριό μου. Τα κάνω όλα μόνος μου. Αν δεν είναι έτσι τακτοποιημένα, δεν μπορώ να δουλέψω. Μ' αρέσει να γυρίζω και να τα βρίσκω ακριβώς όπως τ' άφησα.

Ζ.: Πάντα διαφωνούσα με τον Μακρή πάνω σ' αυτό. Δεν μπορούσα ούτε μπορώ ακόμη να στρατευθώ. Είναι ένα προσωπικό μου συναίσθημα αυτό. Δεν διαφωνώ στις ιδέες. Πάντα αριστερές ήταν οι παρέες μου. Κοντά τους σε όλα. Να τους βοηθήσω στα πάντα. Να έρθουν στο ατελιέ μου τον Δεκέμβριο του '44 και να πετάνε τα όπλα τους πάνω στον καναπέ μου, αλλά εγώ ποτέ δεν πήρα μέρος σε όλα αυτά. Γενικώς ποτέ δεν συμπάθησα τα όπλα.

Μ.: Αλήθεια; Εγώ αντίθετα πιστεύω πως ακόμη είμαι πολύ φλύαρος.

Αυτά, και καλή Σαρακοστή.