Το ΒΗΜΑ, ΚΟΣΜΑΣ ΒΙΔΟΣ, 03.08.1997

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΓΓΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
«Δεν με ενδιαφέρει η εμπορικότητα»

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είναι πάνω από όλα ένας καλλιτέχνης σοβαρός. Ένας καλλιτέχνης ο οποίος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για το αν θα γίνει εμπορικός ή όχι». Σε αυτή τη διαπίστωση προέβησαν με ένα στόμα όλοι όσοι ασχολούνται με την εικαστική ζωή της Ελλάδας, όταν ερωτήθηκαν για την αγοραστική αξία του έργου του. Ο γνωστός δημιουργός είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους τεχνοκριτικούς και στους ιστορικούς τέχνης όχι λόγω καλών δημοσίων σχέσεων ­ «με αυτές δεν ασχολήθηκε ποτέ», υποστηρίζουν οι μελετητές του έργου του ­ αλλά «επειδή είναι ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες, όχι μόνο της γενιάς του αλλά και των νεότερων γενεών, ένας καλλιτέχνης με ήθος και ποιότητα», σύμφωνα με τα λόγια της γκαλερίστριας Πέγκυς Ζουμπουλάκη.
Η προσφορά του Γιώργου Ζογγολόπουλου τα τελευταία πενήντα χρόνια στην ελληνική τέχνη είναι γνωστή και έχει συχνά επισημανθεί από τους μελετητές της πορείας του. Ο γλύπτης έχει καταφέρει «με την εκφραστική δύναμη των έργων του να ενδυναμώσει τις τελευταίες δεκαετίες τον θαυμασμό πολλών φιλότεχνων», όπως επισημαίνει ο επιμελητής του Ιδρύματος Πιερίδη Τάκης Μαυρωτάς. Αυτός φυσικά είναι και ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με την έρευνα που έκανε «Το Βήμα», θεωρείται σήμερα ένας από τους εμπορικότερους έλληνες καλλιτέχνες: «Δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αβάσιμο να κατατάσσεται στους πιο εμπορικούς, έστω και αν ποτέ δεν το επεδίωξε», σύμφωνα πάντα με τα λόγια του Τ. Μαυρωτά.
Δεν το επεδίωξε. Αυτό φάνηκε και στα δικά του λόγια, μέσα από μια πολύ σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε με τον 94χρονο σήμερα δημιουργό. «Μα, τι πράγματα είναι αυτά με τις εμπορικότητες;», απάντησε όταν του εκδηλώσαμε την πρόθεσή μας να αναφερθούμε σε αυτή την πτυχή της πολύχρονης σταδιοδρομίας του. «Είναι απαράδεκτα αυτά, δεν με ενδιαφέρουν! Τα λέμε κάποια άλλη φορά. Αφήστε που με αυτά που γράφετε μπορεί να έρθει να μας τσακώσει και η... Εφορία!». Κάνει χιούμορ, από την άλλη όμως φαίνεται εντελώς αποφασισμένος να μη βάλει στην ίδια ζυγαριά την τέχνη και το χρήμα.

* Η αξία και ο χρόνος
«Εχω προσέξει ότι όλοι οι καλλιτέχνες που έχετε παρουσιάσει ως τώρα στην έρευνά σας αρνούνται ­ λόγω δεοντολογίας ­ τον όρο "εμπορικός", ενώ είναι γεγονός ότι η εμπορευματοποίηση της τέχνης έχει πάρει τελευταίως επικίνδυνες διαστάσεις», παρατηρεί με αιχμηρό τρόπο η Π. Ζουμπουλάκη. «Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, για τους καλλιτέχνες ­ εκτός από μερικές εξαιρέσεις ­ ο χρόνος είναι εκείνος που τους κατατάσσει ποιοτικά και που καθορίζει την αξία του έργου τους». Και σε αυτό ακριβώς στο σημείο επισημαίνει την ξεχωριστή θέση του Ζογγολόπουλου και τονίζει την ειλικρίνειά του στα λόγια και στις πράξεις του ­ «Δεν με ενδιαφέρει η εμπορικότητα» ­ δηλώνοντας και η ίδια: «Τα παραπάνω δεν έχουν ειδική αναφορά στο έργο του Ζογγολόπουλου. Είναι ένας καλλιτέχνης τα έργα του οποίου εκπέμπουν ευφυΐα, χιούμορ και γοητεία, όπως άλλωστε και ο ίδιος, που, παρ' όλο το προχωρημένο της ηλικίας του, παραμένει γεμάτος νεανικότητα και κέφι για δημιουργία».
Γεννημένος στην Αθήνα το 1903, ο καλλιτέχνης σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια εργάστηκε για δέκα περίπου χρόνια στο Αρχιτεκτονικό Τμήμα του υπουργείου Παιδείας. Το 1948 πήγε με υποτροφία στο Παρίσι, ενώ μερικά χρόνια αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία. Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως γλύπτης, ενώ το 1948 οργάνωσε στην Αθήνα την πρώτη του ατομική έκθεση. Από εκεί και πέρα οι λαμπρές εικαστικές περιηγήσεις του τον έφεραν συχνά στις μεγαλύτερες διεθνείς εκθέσεις. Παράλληλα άρχισε να αναλαμβάνει και μεγάλα έργα μέσα στον χώρο, για τα οποία απέσπασε σημαντικές διακρίσεις: το Μνημείο του Ζαλόγγου, η διαμόρφωση της πλατείας Ομονοίας, το τεράστιο γλυπτό στην είσοδο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης το 1964, είναι μερικά μόνο από αυτά.

* Τολμηρές προτάσεις
Στην αρχή το μάρμαρο, μετά το σίδερο, στη συνέχεια πολλά και διαφορετικά άλλα υλικά, όπως φακοί, πλεξιγκλάς, ελατήρια κ.ά.: η πορεία του Ζογγολόπουλου μέσα στον χρόνο ήταν γεμάτη πειραματισμούς και τολμηρές προτάσεις. Προτάσεις που εκτιμήθηκαν δεόντως από τεχνοκριτικούς και κοινό, αποφέροντας στον καλλιτέχνη ευρεία αναγνώριση αλλά και ανεβάζοντας τις τιμές πώλησης των δημιουργιών του στα ύψη. «Το σημαντικό έργο του καλλιτέχνη, εφόσον αυτός έχει ταλέντο, νομίζω ότι συμπίπτει με εποχές ενθουσιασμού, έρωτα για τη ζωή, με ιδανικά και προτεραιότητες που δεν έχουν να κάνουν με την "εμπορικότητα"», λέει η Π. Ζουμπουλάκη. «Θεωρώ ότι το έργο του Ζογγολόπουλου θα αντέξει στις δοκιμασίες του χρόνου και θα κατακτήσει εξέχουσα θέση στην ιστορία της σύγχρονης γλυπτικής».
«Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είναι ένας πραγματικά σημαντικός γλύπτης», επισημαίνει και η κριτικός και ιστορικός της τέχνης Αθηνά Σχινά. «Ανήκει στους καλλιτέχνες της "γλυπτικής του χώρου". Μέσα από τα έργα του αναδεικνύει τη δυναμική και τη φορά των "αθέατων" παραμέτρων του χώρου σε σχέση με τη μάζα, την οπτική λειτουργία, το φως, την κίνηση και τις αποστάσεις. Χρησιμοποιεί το νερό ή μεγεθυντικούς φακούς, άλλοτε πάλι στοιχειακές μονάδες (όπως είναι, π.χ., οι ομπρέλες) για να τονίσει τη σημασία των παραγόντων που προανέφερα, μαζί με τις έννοιες ρυθμού, συσχετισμών, διαφάνειας και περιοδικότητας που υπαγορεύουν οι συνθέσεις των "περιβαλλοντικών" γλυπτών του. Στα έργα του Γ. Ζογγολόπουλου εναρμονίζεται λεπταίσθητα η εννοιακή με την ποιητική διάσταση».
«Ο οραματιστής δημιουργός μιας νέας γλυπτικής πρότασης χωρίς δάνεια ή συσχετισμούς με το έργο άλλων καλλιτεχνών», όπως τον χαρακτηρίζει ο Τ. Μαυρωτάς, κατάφερε, με την πάροδο του χρόνου και τις ενδιαφέρουσες εικαστικές προτάσεις που έκανε μέσα από κάθε νέα δουλειά του, να «επιβληθεί» στο ελληνικό χρηματιστήριο των τεχνών ως μια από τις πιο ισχυρές δυνάμεις του. «Τη μεγαλύτερη εμπορική απήχηση έχουν τα έργα του εκείνα τα οποία είναι φτιαγμένα από φακούς, ανοξείδωτο χάλυβα και πλεξιγκλάς, εκτείνοντας ένα ατέρμονο παιχνίδι μεταμορφώσεων της εικόνας: της μορφής και του σχήματος, της έκτασης και της έντασης ανάλογα με την κίνηση του θεατή», λέει ο Τ. Μαυρωτάς. «Αναφέρομαι σε έργα όπως τα "Φακός και ομπρέλα", "Ομπρέλες και φακός" ή "Φακός και φύλλο" του 1991. Οσο δε για τη σύνθεσή του στην Μπιενάλε της Βενετίας, το 1991 ­ με τις ομπρέλες και την κίνηση του νερού ­, αναντίρρητα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις της εξελικτικής του πορείας».
«Μολονότι δεν ασχολούμαι με την εμπορία των έργων τέχνης, διότι εκεί λειτουργούν εξωκαλλιτεχνικοί παράγοντες που δεν σχετίζονται με την εικαστική σημασία των έργων, πιστεύω ότι η ποιότητα και η ελληνικότητα των δημιουργιών του Ζογγολόπουλου, όπως επίσης ο μικρότερος αριθμός τους ­ σε σχέση με την παραγωγή άλλων καλλιτεχνών ­, η μελέτη ισορροπιών που προηγείται της τεχνικής φάσης των γλυπτών του και η αντιμετώπιση που ο καλλιτέχνης είχε από τη σοβαρή κριτική στοιχειοθετούν τους βασικούς λόγους ­ μαζί με τις διακρίσεις που κατέκτησε ­ για την "εμπορικότητά" του», υποστηρίζει η Α. Σχινά. Η γνωστή τεχνοκριτικός θεωρεί ότι οι περίοδοι της τέχνης του που αφορούν τους φακούς και τις ομπρέλες είναι αυτές που ενδιαφέρουν περισσότερο τους αγοραστές.
«Πρέπει ωστόσο να λάβουμε σοβαρά υπόψη και τα μνημεία του», συνεχίζει. «Η σημασία αποκτάται από τη χρονική περίοδο που έγινε ένα έργο, από τις προτάσεις που παρουσιάζει, από τις παρεμβάσεις ακόμη σε κοινωνικό και αισθητικό επίπεδο και από τον τρόπο που ο δημιουργός προάγει τη φιλοσοφία του είδους. Πέρα από αυτά, οι καλλιτέχνες που σέβονται τον εαυτό τους, αυτό που έχουν να εκφράσουν και το κοινό στο οποίο απευθύνονται, δεν επηρεάζονται από την εμπορικότητα του έργου τους. Σε αυτούς ανήκει σίγουρα και ο Ζογγολόπουλος. Υπάρχουν ωστόσο άλλοι που επηρεάζονται από τη ζήτηση. Αυξάνουν μάλιστα ραγδαία και τις τιμές τους. Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης είναι πέρα από αυτά».

* Και οικονομική καταξίωση
Ετσι, παρ' ότι τα έργα του Γιώργου Ζογγολόπουλου αγοράζονται και πωλούνται για πολλά εκατομμύρια δραχμές, όπως προέκυψε από την έρευνα του «Βήματος», παρ' ότι αυτό εύλογα βοηθά τον δημιουργό στη ζωή του, ο ίδιος, όπως λένε άνθρωποι που τον γνωρίζουν καλά, δεν παρασύρεται από ανεβασμένες τιμές. «Το να θεωρείται ένας καλλιτέχνης εμπορικός δεν σημαίνει ότι είναι και καταξιωμένος ή σημαντικός, μιας και άλλοι παράγοντες, όπως το μάρκετινγκ, η μόδα, οι δημόσιες σχέσεις κλπ,, έχουν κυρίως να κάνουν με την έννοια της εμπορικότητας», λέει η Π. Ζουμπουλάκη, η οποία τονίζει ότι η εμπορικότητα του Ζογγολόπουλου είναι απλώς ένα από τα αποτελέσματα της μεγάλης σημασίας και αξίας του έργου του.
«Εξαρτάται από το ήθος του καλλιτέχνη, απέναντι στην τέχνη του αλλά και στο κοινό του, το πόσο θα επηρεαστεί αυτός στη δημιουργία του από τις τιμές στις οποίες αγοράζονται τα έργα του», λέει τέλος ο Τ. Μαυρωτάς. «Ο Ζογγολόπουλος σε όλη του τη ζωή υπηρετεί την τέχνη στην απόλυτη έκφραση των αισθητικών της αξιών, αδιαφορώντας για οποιαδήποτε εμπορευματοποίησή της. Έτσι το κάθε του έργο είναι μάρτυρας μιας σπουδαίας ενέργειας: της χαράς του ίδιου να ποιεί την γλυπτική τέχνη». Αυτή η χαρά, τελικά, που νιώθει ο καλλιτέχνης όταν δημιουργεί ίσως να είναι και η κύρια αιτία για την οποία τα έργα του έχουν τόσο μεγάλη αγοραστική αξία. Ο Γ. Ζογγολόπουλος, ακόμη και αν δεν το επεδίωξε, κατάφερε να θεωρείται «ακριβός» και «εμπορικός» επειδή χρησιμοποίησε το ταλέντο του με κέφι, επειδή έσκυψε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον πάνω στη λέξη τέχνη από ό,τι στη λέξη καταξίωση. Και η τέχνη του του έφερε και την (οικονομική) καταξίωση.
Οι τιμές των έργων του
Στην έκθεση που ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είχε παρουσιάσει στα τέλη της δεκαετίας του '80 στην γκαλερί Μπερνιέ, μικρές συνθέσεις του με ομπρέλες πωλούνταν γύρω στα 4 εκατομμύρια δραχμές. Παρατηρώντας το χρηματιστήριο της τέχνης, γίνεται εμφανές ότι η δουλειά του ενδιαφέρει τους αγοραστές, ανεξάρτητα από τις χρονικές περιόδους της. Είναι μάλλον το ίδιο εύκολο να πωληθεί καλά ένα παλαιότερο έργο του Ζογγολόπουλου όσο και ένα καινούργιο. Φυσικά είναι εύλογο συχνά τα παλαιότερα έργα να έχουν κάπως πιο «φουσκωμένες» τιμές από τις νέες δημιουργίες του. Τεράστιες διαφορές, πάντως, δεν παρατηρούνται, και ο καλλιτέχνης παραμένει εδώ και πολλά χρόνια ένας από τους δημοφιλέστερους εικαστικούς δημιουργούς στον κύκλο των συλλεκτών έργων τέχνης.
Ενδεικτικά, δημιουργίες του της χρονικής περιόδου 1960-65 πωλούνται σήμερα, ανάλογα με το μέγεθός τους, από 2,5 ως 9 εκατομμύρια δραχμές. Παράλληλα, μακέτες μεγάλων έργων του κυμαίνονται από 900.000 ως 1.500.000 δραχμές. Πρόσφατες συνθέσεις του μικρών διαστάσεων ξεκινούν από 800.000 δρχ. για να ξεπεράσουν συχνά το 1,5 εκατομμύριο. Υπάρχουν φυσικά και πολλά μεγάλα έργα «γλυπτικής του χώρου» που είχαν παραγγελθεί στον δημιουργό και για τα οποία ίσχυσαν ιδιαίτερες οικονομικές συμφωνίες που καμία σχέση δεν είχαν με την «οικονομική δύναμη» του έργου του που απευθύνεται στους ιδιώτες.

*Οι τιμές των έργων του
Στην έκθεση που ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είχε παρουσιάσει στα τέλη της δεκαετίας του '80 στην γκαλερί Μπερνιέ, μικρές συνθέσεις του με ομπρέλες πωλούνταν γύρω στα 4 εκατομμύρια δραχμές. Παρατηρώντας το χρηματιστήριο της τέχνης, γίνεται εμφανές ότι η δουλειά του ενδιαφέρει τους αγοραστές, ανεξάρτητα από τις χρονικές περιόδους της. Είναι μάλλον το ίδιο εύκολο να πωληθεί καλά ένα παλαιότερο έργο του Ζογγολόπουλου όσο και ένα καινούργιο. Φυσικά είναι εύλογο συχνά τα παλαιότερα έργα να έχουν κάπως πιο «φουσκωμένες» τιμές από τις νέες δημιουργίες του. Τεράστιες διαφορές, πάντως, δεν παρατηρούνται, και ο καλλιτέχνης παραμένει εδώ και πολλά χρόνια ένας από τους δημοφιλέστερους εικαστικούς δημιουργούς στον κύκλο των συλλεκτών έργων τέχνης.
Ενδεικτικά, δημιουργίες του της χρονικής περιόδου 1960-65 πωλούνται σήμερα, ανάλογα με το μέγεθός τους, από 2,5 ως 9 εκατομμύρια δραχμές. Παράλληλα, μακέτες μεγάλων έργων του κυμαίνονται από 900.000 ως 1.500.000 δραχμές. Πρόσφατες συνθέσεις του μικρών διαστάσεων ξεκινούν από 800.000 δρχ. για να ξεπεράσουν συχνά το 1,5 εκατομμύριο. Υπάρχουν φυσικά και πολλά μεγάλα έργα «γλυπτικής του χώρου» που είχαν παραγγελθεί στον δημιουργό και για τα οποία ίσχυσαν ιδιαίτερες οικονομικές συμφωνίες που καμία σχέση δεν είχαν με την «οικονομική δύναμη» του έργου του που απευθύνεται στους ιδιώτες.